WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
get a grip v expr figurative, slang (regain self-control) (μεταφορικά)συνέρχομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)μαζεύομαι ρ αμ
 It's time to stop panicking and get a grip.
 He's too nervous; he needs to get a grip.
 Είναι καιρός να σταματήσω να πανικοβάλλομαι και να συνέλθω. // Είναι τόσο αγχωμένος. Πρέπει να συνέρθει.
get a grip! interj figurative, slang (you are overreacting, control yourself) (καθομιλουμένη)συγκρατήσου, μαζέψου, σύνελθε ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)ξεκόλλα ρ αμ
 It's nothing to get so worked up about – get a grip!
 Δεν είναι κάτι για το οποίο αξίζει να εκνευριστείς τόσο πολύ. Μαζέψου (or: Σύνελθε)!
 Δεν είναι κάτι για το οποίο αξίζει να εκνευριστείς τόσο πολύ. Ξεκόλλα!
get a grip on [sth] v expr figurative, informal (start to understand)αρχίζω να καταλαβαίνω ρ μ
  (αργκό, μεταφορικά)πιάνω ρ μ
 I would love to get a grip on basic physics.
 Πολύ θα ήθελα να αρχίσω να καταλαβαίνω τις βασικές έννοιες της φυσικής.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση get a grip στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «get a grip».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!